εὔτριχος
εὔτριχος, with beautiful hair
εὔτρῐχος, ον,
- = εὖθριξ, γενειάς E. HF 934 (s.v.l.).
1 εὔ·τριχος, ος, ον [ῐ] c. εὔθριξ, Eur. H.f. 934.
2 εὔτριχος, gén. d’εὔθριξ.
2. εὔ-τριχος -ον [θρίξ] met mooi haar Eur. HF 934.
εὔτριχος, = εὔθριξ, γενειάς Eur. Herc.Fur. 934. – Aber εὔτριχες gehört zu εὔθριξ.
εὔτριχος
εὔ-τρῐχος, ον
= εὔθριξ, Eur.