εὐτραπελίζομαι Save εὐτραπελίζομαι, jocor LSJ εὐτρᾰπελ-ίζομαι, = Lat. jocor, Dosith. p. 431 K.:—hence εὐτρᾰπελ-ισμός, ὁ, Et.Gud. 505.55.