About Report a problem

Menu

εὐτρεφής

εὐτρεφής, well-fed

εὐτρεφής, Ep. ἐϋτρ-, ές, (τρέφω)
  • well-fed, ὄϊες ἐϋ. Od. 9.425; αἰγὸς ἐϋ. 14.530; σαρκὸς εὐτρεφέστατον πάχος E. Cyc. 380 (prob.l.), cf. Pl. Lg. 835d.
    • II nourishing, Thphr. CP 1.18.1 (v.l. εὐτραφοῦς).

Saved

Recent