εὐφιλοτίμητος
εὐφιλοτίμητος, ambitious
εὐφῐλο-τίμητος [τῑ], ον,
- properly made an object of ambition, δαπανήματα Arist. EN 1122b22.
εὐ·φιλοτίμητος, ος, ον [ῐῑ] fait avec zèle, Arstt. Nic. 4, 2, 11.
Étym. εὖ, φιλοτιμέομαι.
εὐφιλοτίμητος, aus Ehrgeiz gemacht, δαπανήματα Arist. Eth. 4.5.
εὐφιλοτίμητος
εὐ-φῐλοτίμητος, ον
- ambitious, Arist.