About Report a problem

Menu

εὔληρα

εὔληρα, reins

εὔληρα, ων, τά,
  • reins, Il. 23.481, Q.S. 4.508, 9.156; Dor. αὔληρα Epich. 178 (for ἀϝληρα, cf. ἀβληρά Hsch.):—hence εὐληρωσίων (εὐληροσιῶν cod.). πληγῶν, Id. (Cf. ταυληρόντα.)

Saved

Recent