εὔμιτος
εὔμιτος, with fine threads
εὔμῐτος, ον,
- with fine threads, εὐμίτοις πλοκαῖς, i.e. τὸν μίτον εὖ πλέκουσα, E. IT 817.
εὔ·μιτος, ος, ον [ῐ] fait de bon fil, Eur. I.T. 817.
Étym. εὖ, μίτος.
εὔμιτος, schön-, feinfädig, πλοκαί Eur. I.T. 817.
εὔμιτος
εὔμῐτος, ον
- with fine threads, εὐμίτοις πλοκαῖς τὸν μίτον εὖ πλέκουσα, Eur.