εὐμήρυτος
εὐμήρυτος, easy to spin out
εὐμήρῡτος, ον, (μηρύω)
- easy to spin out, Luc. Fug. 12.
εὐ·μήρυτος, ος, ον [ῡ] facile à filer, Luc. Fug. 12.
Étym. εὖ, μηρύομαι.
εὐμήρυτος, [ῡ], leicht zu spinnen, ἔρια Luc. Fugit. 12.
εὐμήρυτος
εὐ-μήρῡτος, ον
μηρύω
- easy to spin out, Luc.