εὐμεταποίητος
εὐμεταποίητος, easily altered
εὐμετα-ποίητος, ον,
- easily altered, ὑπὸ φύσιος καὶ ὑπὸ τύχης Hp. Decent. 13.
εὐ·μεταποίητος, ος, ον, qui change facilement, Hpc. 24, 52.
Étym. εὖ, μεταποιέω.
εὐμεταποίητος, leicht anders zu machen, Hippocr.