About
Menu

ζήλωσις

ζήλωσις, emulation, imitation

ζήλ-ωσις, εως, ἡ,
  • emulation, imitation, τῶν βαρβάρων Th. 1.132; μεγάλων συγγραφέων μίμησις καὶ ζ. Longin. 13.2, cf. Max.Tyr. 7.9.
    • II zealous pursuit, αἱ πολύτροποι τοῦ βίου ζ. Ph. 1.362; custom, fashion, ἀρχαιότροποι ζ. ib. 468.
    • III jealousy, LXX Nu. 5.14.

Saved

Recent