ζηλέω
ζηλέω, to be zealous for
ζηλ-έω,
- = ζηλοτυπέω, etym. of ζηλήμων, Eust. 70.30:—in Dor. form ζᾱλέω, to be zealous for, τὰ τᾶς αὐτοσαυτοῦ πατρίδος SIG 734.7 (Delph., i B.C.).
ζηλέω, Gramm., = ζηλοτυπέω.