θαλαμίς Save LSJ Bailly 2024 Pape θᾰλᾰμ-ίς, ίδος, ἡ, = θαλαμηπόλος, An.Ox. 2.376. θαλαμίς, ίδος (ἡ) [ᾰᾰ] femme de chambre, Anon. (Cram. 2, 376). θαλαμίς, ίδος, ἡ, = θαλαμεύτρια, Cramers Anecd. Ox. 2 p. 376.9.