θάλαμος
θάλαμος, θάλαμος, ὁ, bedchamber (noun)
- an inner room or chamber, surrounded by other buildings: freq. in Hom.,
- 1 generally, womenʼs apartment, inner part of the house, like μυχός, Il. 3.142, 174, Od. 4.121, etc.: in pl., Il. 18.492; ἐκ τῶν ἀνδρεώνων . . ἐς τοὺς θ. Hdt. 1.34.
- 2 a special chamber in this part of the house,
- a bedroom, esp. of the lady of the house, Il. 3.423, al., Hdt. 1.12, 3.78, Plu. Alc. 23; esp. bride-chamber, Il. 11.227, Pi. P. 2.33 (pl.), S. Tr. 913, E. Hipp. 540 (lyr., pl.); also, bedroom of an unmarried son, Od. 1.425, 19.48.
- b store-room, esp. for valuables, Il. 24.191, Od. 21.8, X. Oec. 9.3, etc.; ὄλβου διοίγων θάλαμον E. Fr. 285.8.
- c generally, chamber, room, Od. 23.192, POxy. 1144.2 (i/ii A.D.).
- 3 house, mansion (not in Hom.), Pi. O. 5.13 (pl.), 6.1; βασιλικοὶ θ. E. Ion 486 (lyr.).
- II metaph., ὁ παγκοίτας θ., of the grave, S. Ant. 804 (anap.); τυμβήρης θ., of the prison of Danae, ib. 947 (lyr.); θάλαμοι ὑπὸ γῆς the realms below, A. Pers. 624; γᾶς θάλαμοι E. HF 807 (lyr.); θ. Περσεφονείας Id. Supp. 1022 (lyr.); θ. Ἀμφιτρίτας, of the sea, S. OT 195 (lyr.); πολυδένδρεσσιν Ὀλύμπου θαλάμοις E. Ba. 561 (lyr., θαλάμαις cj. Barnes); ἀρνῶν θ. folds or pens, Id. Cyc. 57 (lyr.).
- III the lowest, darkest part of the ship, the hold, Timae. 114, Poll. 1.87; cf. θαλάμη II.
- IV used of certain mystic shrines or chapels, sacred to Apis, Ael. NA 11.10, cf. Plin. HN 8.185; the innermost shrine, Luc. Syr.D. 31.
1. (slaap)kamer:
2. voorraadkamer:
3. post-Hom., plur. huis, paleis:
-ου, ὁ.
A room or chamber.
- 1
- a
A sleeping-chamber, a bed-room: πρόσθεν θαλάμοιο θυράων Il. 9.473 (app. a room built in the αὐλή and opening into the αἴθουσα
near the πρόδομος; or perh. a portion of the αἴθουσα next the πρόδομος walled off). Cf. Il. 9.475: ὅθι οἱ θ. αὐλῆς δέδμητο Od. 1.425 (αὐλῆς app. local genit., in the . . . ; cf. Il. 9.473 above), ἐς θάλαμον ᾧ ἔνι κούρη κοιμᾶτο Od. 6.15. Cf. Od. 1.436, 441, Od. 2.5 = Od. 4.310, Od. 3.413, Od. 7.7, Od. 10.340, Od. 19.48. - b
A bridal chamber: γήμας ἐκ θαλάμοιο μετὰ κλέος ἵκετʼ Ἀχαιῶν (leaving his just wedded wife) Il. 11.227.
- c
The sleeping-chamber occupied by a married pair: θάλαμον λιποῦσα
(i.e. the bed of Menclaus) Il. 3.174. Cf. Il. 3.382, 391, 423, Il. 6.244, 248, Il. 9.582, 588, Il. 17.36: νοσφισσαμένην θάλαμόν τε πόσιν τε Od. 4.263. Cf. Od. 23.178, 192, 229, 295.Of such a room in the palace of Zeus Il. 14.166, 188, 338.
In the palace of Hephaestus Od. 8.277.
- a
- 2
A chamber appropriated to the lady of a house and her maidens: ὡρμᾶτʼ ἐκ θαλάμοιο Il. 3.142 (the same as the μέγαρον of 125). Cf. Il. 6.316, 321, 336: ἐξ Ἑλένη θαλάμοιο ἤλυθεν Od. 4.121. Cf. Od. 4.718, 802, Od. 17.36 = Od. 19.53, Od. 17.506.
In pl. of the women’s apartments generally: νύμφας ἐκ θαλάμων ἠγίνεον Il. 18.492 (cf. Od. 22.143 cited under (4); or this may be the pl. of indefiniteness like νύμφας
in this line and γάμοι and εἰλαπίναι in the prec. line) (u.l. ἐς θαλάμους, which would go under 1.b): μυχῷ θαλάμων ἥμεθα Od. 23.41. - 3
A work-room Il. 4.143.
- 4
A room for storage or safe custody, a store-room, a treasure-chamber: θύρη θαλάμοιο ἀνέρος ἀφνειοῖο Il. 24.317: χηλὸν ἐξέφερεν θαλάμοιο Od. 8.439, ἀνέβαινε ἐς θαλάμους Od. 22.143 (app. meaning a single room; cf. Il. 18.492 cited under (3)). Cf. Il. 6.288, Il. 22.63, Il. 24.191, 275: Od. 2.337, Od. 3.441, Od. 6.74, Od. 15.99, Od. 16.285, Od. 19.17, 256, Od. 21.42, Od. 22.140, 155, 157, 166, 174, 179, 180, Od. 24.166.
- a
- α chamber, hall, pl. mansion κολλᾷ τε σταδίων θαλάμων ταχέως ὑψίγυιον ἄλσος O. 5.13 τοὺς δʼ ἐν πολυχρύσοις θαλάμοις βιοτά (sc. εὐφραίνει) fr. 221. 3. “πρὸς Αἰήτα θαλάμους” P. 4.160
- β esp., bedchamber Λικύμνιον ἐλθόντʼ ἐκ θαλάμων Μιδέας (pl. pro sing.) O. 7.29 πρὶν τελέσσαι ματροπόλῳ σὺν Ἐλειθυίᾳ, δαμεῖσα ἐν θαλάμῳ P. 3.11 θαλάμῳ δὲ μίγεν ἐν πολυχρύσῳ Λιβύας P. 9.68 ἐς θαλάμου μυχὸν εὐρὺν ἔβαν N. 1.42 μεγαλοκευθέεσσιν ἔν ποτε θαλάμοις Διὸς ἄκοιτιν ἐπειρᾶτο (pl. pro sing.) P. 2.33
- b inner part of a temple, sanctuary Ἑστία, εὖ μὲν Ἀρισταγόραν δέξαι τεὸν ἐς θάλαμον (εἰς τὸ πρυτανεῖον. Σ.) N. 11.3 χρυσέας ὑποστάσαντες εὐτειχεῖ προθύρῳ θαλάμου κίονας (τὸ προοίμιον. Σ.) O. 6.1 φοινικοεάνων οἰχθέντος ὡρᾶν θαλάμου fr. 75. 14.
- Ian inner room or chamber:
- 1generally, the womenʼs apartment, inner part of the house, Hom., Hdt.
- 2a chamber in this part of the house:
- aa bed-room, Il.:— the bride-chamber, Il., Soph., etc.
- ba store-room, Hom., Xen.
- cgenerally, a chamber, room, Od.
- IImetaph., ὁ παγκοίτας θ. of the grave, Soph.; τυμβήρης θ. of the ark of Danae, Soph.; θάλαμοι ὑπὸ γῆς the realms below, Aesch.; θ. Ἀμφιτρίτης of the sea, Soph.; ἀρνῶν θ. their folds or pens, Eur., etc.
- IIIthe lowest part of the ship, in which the θαλαμῖται sat, the hold.
- IVa shrine, temple, Anth.
-
…ἔχʼ ἑνδεκάπηχυ · πάροιθε δὲ λάμπετο δουρὸς αἰχμὴ χαλκείη, περὶ δὲ χρύσεος θέε πόρκης. τὸν δʼ εὗρʼ ἐν θαλάμῳ περικαλλέα τεύχεʼ ἕποντα ἀσπίδα καὶ θώρηκα, καὶ ἀγκύλα τόξʼ ἁφόωντα · Ἀργείη δʼ Ἑλένη μετʼ ἄρα δμῳῇσι γυναιξὶν ἧστο…
Homer, Iliad
-
…ποσσὶ δʼ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα. αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα περὶ χροῒ θήκατο κόσμον βῆ ῥʼ ἴμεν ἐκ θαλάμοιο, καλεσσαμένη δʼ Ἀφροδίτην τῶν ἄλλων ἀπάνευθε θεῶν πρὸς μῦθον ἔειπε · ἦ ῥά νύ μοί τι πίθοιο φίλον τέκος…
Homer, Iliad
-
…ἐμετίετο ὁ Γύγης, οὐδέ οἱ ἦν ἀπαλλαγὴ οὐδεμία, ἀλλʼ ἔδεε ἤ αὐτὸν ἀπολωλέναι ἢ Κανδαύλεα εἵπετο ἐς τὸν θάλαμον τῇ γυναικί, καί μιν ἐκείνη, ἐγχειρίδιον δοῦσα, κατακρύπτει ὑπὸ τὴν αὐτὴν θύρην. καὶ μετὰ ταῦτα ἀναπαυομένου…
Herodotus, The Histories
-
…, οὐδέ πῃ ἄλλῃ τεύχεα κατθέσθην Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱός. ὣς εἰπὼν ἀνέβαινε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν, εἰς θαλάμους Ὀδυσῆος ἀνὰ ῥῶγας μεγάροιο. ἔνθεν δώδεκα μὲν σάκεʼ ἔξελε, τόσσα δὲ δοῦρα καὶ τόσσας κυνέας χαλκήρεας ἱπποδασείας ·…
Homer, Odyssey
-
…ἰδοῦσα. βοῦν δʼ ἀγέτην κεράων Στρατίος καὶ δῖος Ἐχέφρων. χέρνιβα δέ σφʼ Ἄρητος ἐν ἀνθεμόεντι λέβητι ἤλυθεν ἐκ θαλάμοιο φέρων, ἑτέρῃ δʼ ἔχεν οὐλὰς ἐν κανέῳ πέλεκυν δὲ μενεπτόλεμος Θρασυμήδης ὀξὺν ἔχων ἐν χειρὶ παρίστατο βοῦν ἐπικόψων .…
Homer, Odyssey
-
…ἔκλυε μητίετα Ζεὺς αὐτίκα δʼ αἰετὸν ἧκε τελειότατον πετεηνῶν μόρφνον θηρητῆρʼ ὃν καὶ περκνὸν καλέουσιν. ὅσση δʼ ὑψορόφοιο θύρη θαλάμοιο τέτυκται ἀνέρος ἀφνειοῖο ἐῢ κληῗσʼ ἀραρυῖα, τόσσʼ ἄρα τοῦ ἑκάτερθεν ἔσαν πτερά · εἴσατο δέ σφι δεξιὸς ἀΐξας διὰ…
Homer, Iliad
-
…οἱ κεδνότατοι καὶ φίλτατοι ἦσαν ἁπάντων · ἀλλʼ οὐδʼ ὧς τοῦ θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἔπειθον, πρίν γʼ ὅτε δὴ θάλαμος πύκʼ ἐβάλλετο, τοὶ δʼ ἐπὶ πύργων βαῖνον Κουρῆτες καὶ ἐνέπρηθον μέγα ἄστυ. καὶ τότε δὴ Μελέαγρον ἐΰζωνος παράκοιτις…
Homer, Iliad
-
…τὸν δʼ ἐξήρπαξʼ Ἀφροδίτη ῥεῖα μάλʼ ὥς τε θεός, ἐκάλυψε δʼ ἄρʼ ἠέρι πολλῇ, κὰδ δʼ εἷσʼ ἐν θαλάμῳ εὐώδεϊ κηώεντι. αὐτὴ δʼ αὖ Ἑλένην καλέουσʼ ἴε · τὴν δὲ κίχανε πύργῳ ἐφʼ ὑψηλῷ, περὶ δὲ Τρῳαὶ…
Homer, Iliad
-
…, αὐτὰρ ὅ γʼ υἷας ἄμαξαν ἐΰτροχον ἡμιονείην ὁπλίσαι ἠνώγει, πείρινθα δὲ δῆσαι ἐπʼ αὐτῆς. αὐτὸς δʼ ἐς θάλαμον κατεβήσετο κηώεντα κέδρινον ὑψόροφον, ὃς γλήνεα πολλὰ κεχάνδει · ἐς δʼ ἄλοχον Ἑκάβην ἐκαλέσσατο φώνησέν τε · δαιμονίη Διόθεν…
Homer, Iliad
-
…μὲν δὴ Μενέλαε διοτρεφὲς ἦ μάλα τείσεις γνωτὸν ἐμὸν τὸν ἔπεφνες, ἐπευχόμενος δʼ ἀγορεύεις, χήρωσας δὲ γυναῖκα μυχῷ θαλάμοιο νέοιο, ἀρητὸν δὲ τοκεῦσι γόον καὶ πένθος ἔθηκας. ἦ κέ σφιν δειλοῖσι γόου κατάπαυμα γενοίμην εἴ κεν ἐγὼ…
Homer, Iliad