θαλάσσειος Save Bailly 2024 Pape θαλάσσειος, α, ον [θᾰ] c. θαλάσσιος, Sib. 3, p. 431 ; Orib. 346, 351, 352, 356 Matthäi. θαλάσσειος, = θαλασσαῖος, Orac.Sib.