θαμινά
θαμινά, often
θᾰμῐνᾰ
- 1often ἀκέρδεια λέλογχεν θαμινὰ κακαγόρους O. 1.53 χερσὶ θαμινὰ βραχυσίδαρον ἄκοντα πάλλων N. 3.44 Λατοίδαν θαμινὰ Δελφῶν κόραι Pae. 6.16