θαμινάκις Save LSJ Bailly 2024 Pape θᾰμῐνάκις, Adv. = θαμάκις, θαμά, Hp. Mul. 2.203. θαμινάκις [ᾰμῐ] fréquemment, Hpc. 671, 12. Étym. θαμινός, -άκις. θαμινάκις, = θαμάκις, Hippocr. Von θαμινός.