θειοπρόπος Save LSJ θειο-πρόπος, ὁ, poet. for θεοπρόπος, IG 12(5).893.6 (Tenos, ii/iii A.D.); ἔγγονε θειοπρόπων, = θεοπροπίδης, Orac. ap. Porph. Abst. 2.9.