Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θέκλεον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θειόθεν
θειολατρεία
θειολόγος
θείομεν
θεῖον
Θειονόη
θειοπαγής
θειοποιέω
θειοπόλος
θειοπρόπος
θεῖος
θειόστεπτος
θειοτειχής
θειότερος
θειότης
Θειοῦς
θειοφαγής
θειοφανής
θειοφόρος
θειόχροος
θειόχρους
θειόω
θείς
θεῖσα
Θεισόα
θείω
θειώδης
θείως
θείωσις
Θέκλα
θέκλεον
Θεκταμένης
θελγεσίμυθος
θέλγημα
θέλγητρον
θελγίν
Θελγῖνες
θέλγμα
θέλγω
θελεμνός
θελεμός
θέλεος
θέλεσκον
θέλημα
θεληματαίνω
θεληματικός
θελημάτιον
θελήμη
θελημός
θελημοσύνη
θελήμων
θέλησις
θελητής
θελητικός
θελητός
θέλιμνον
θέλκαρ
θέλκταρ
θελκτήρ
θελκτήριον
θελκτήριος
…
θέκλεον
Save
LSJ
θέκλεον·
θαυμαστόν,
Hsch.
(fort.
θέσκελον
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}