θελγεσίμυθος
θελγεσίμυθος, soft-speaking
θελγεσίμῡθος [ῐ], ον,
- soft-speaking, AP 9.525.9.
θελγεσί·μυθος, ος, ον [ῐῡ] qui charme par sa parole, Anth. 9, 525, 9.
Étym. θέλγω, μῦθος.
θελγεσίμυθος, [ῡ], heißt Apollo im Hymnus IX.525.9, der durch Worte bezaubert.
θελγεσίμυθος
θελγεσί-μῡθος, ον
- soft-speaking, Anth.