Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θειοφόρος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θείνω
θειογενής
Θειογένης
θειογραφικός
Θειοδάμας
θειοδάμη
θειόδαμος
θειόδετος
θειόδμητος
θειόδομος
Θειοδότη
Θειόδοτος
θειόθεν
θειολατρεία
θειολόγος
θείομεν
θεῖον
Θειονόη
θειοπαγής
θειοποιέω
θειοπόλος
θειοπρόπος
θεῖος
θειόστεπτος
θειοτειχής
θειότερος
θειότης
Θειοῦς
θειοφαγής
θειοφανής
θειοφόρος
θειόχροος
θειόχρους
θειόω
θείς
θεῖσα
Θεισόα
θείω
θειώδης
θείως
θείωσις
Θέκλα
θέκλεον
Θεκταμένης
θελγεσίμυθος
θέλγημα
θέλγητρον
θελγίν
Θελγῖνες
θέλγμα
θέλγω
θελεμνός
θελεμός
θέλεος
θέλεσκον
θέλημα
θεληματαίνω
θεληματικός
θελημάτιον
θελήμη
θελημός
…
θειοφόρος
Save
Bailly 2024
θειο·φόρος,
ος, ον,
c.
θεοφόρος
,
Naz.
3, 412, 423 Migne
(
θεῖος 2,
φέρω
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}