θεοστήρικτος
θεοστήρικτος, supported by God
θεο-στήρικτος, ον,
- supported by God, σκῆπτρα AP 15.15 (Const. Rhod.).
θεο·στήρικτος, ος, ον, soutenu par la divinité, Anth. 15, 15.
Étym. θ. στηρίζω.
θεοστήρικτος, auf Gott gestützt, σκῆπτρα Ep. XV.15.
θεοστήρικτος
θεο-στήρικτος, ον
στηρίζω
- supported by God, Anth.