θηροτροφέω Save LSJ Bailly 2024 Pape θηρο-τροφέω, = θηριοτροφέω, Aristaenet. 2.20. θηροτροφέω-ῶ, c. θηριοτροφέω, Aristén. 2, 20. Étym. θηροτρόφος. θηροτροφέω, wilde Tiere aufziehen, Aristaen. 2.20.