θηρόμικτος Save LSJ Bailly 2024 Pape θηρό-μικτος, ον, = foreg. [θηρομιγής], δαίμων Lyc. 963. θηρό·μικτος, ος, ον, c. θηρομιγής, Lyc. 963. Étym. θ. μίγνυμι. θηρόμικτος, = θηριομιγής ; δαίμων, Lycophr. 962.