κίταρις Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κίταρις, εως, ἡ, = κίδαρις (q.v.). κίταρις, εως (ἡ) c. κίδαρις 1, Plut. Artax. 28. κίταρις -εως, ἡ tiara. κίταρις, ἡ, = κίδαρις.