κιστίδιον
κιστίδιον, basket
κιστίδιον, τό,
- Dim. of κίστη, basket, Artem. 1.2.
κιστίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. du préc. Artém. 1, 2.
κιστίδιον, τό, dim. von κίστη, Artem. 1.2.
κιστίδιον, basket