κισσοφάγος
κισσοφάγος, ivy-eating
κισσο-φάγος [ᾰ], ον, Att. κιττ-,
- ivy-eating, Longus 3.5.
*κισσο·φάγος, att. κιττο·φάγος, ος, ον [ᾰ] qui mange le lierre, Lgs 3, 5.
Étym. κιττός, φαγεῖν.
κισσοφάγος, Epheu essend, Longus 3.5.