κισσοστεφής
κισσο-στεφής, ές, = foreg., Anacreont. 46.5: κιττ-, Alciphr. 3.48.
κισσο·στεφής, ής, ές, c. le préc. Anacr. 49, 5 ||
➳ Att. κιττοστεφής, Alciphr. 3, 48.
Étym. κισσός, στέφω.
κισσοστεφής, ές, mit Epheu gekränzt ; Anacr. 46.5 ; Alciphr. 3.48.
κισσοστεφής
κισσο-στεφής, ές
στέφω
= κισσοστέφᾰνος, Anacreont.