κισσοτόμος
κισσοτόμος, ivy-cutting
κισσο-τόμος, ον, (τέμνω)
- ivy-cutting: κισσοτόμοι (sc. ἡμέραι), αἱ, festival at Phlius, Paus. 2.13.4.
κισσοτόμος, ivy-cutting