κισσοχίτων
κισσοχίτων, ivy-clad
κισσο-χίτων [ῐ], ωνος, ὁ, ἡ,
- ivy-clad, Orph. L. 261.
κισσο·χίτων, ωνος (ὁ, ἡ) [χῐ] vêtu, c. à d. couvert de lierre, Orph. Lith. 258.
Étym. κισσός, χιτών.
κισσοχίτων, ωνος, mit Epheu bekleidet, umhüllt, Bacchus, Orph. Lith. 258.