About Report a problem

Menu

καθείργνυμι

καθείργνυμι, to shut in, enclose, confine, imprison

καθείργνῡμι, and in Luc. Am. 39 καθείργω (= κατείργω, q.v.): aor. 1 καθεῖρξα E. Ba. 618 (troch.), etc.:—
  • shut in, confine, usu. of animals or persons, κατὰ συφεοῖσιν ἐέργνυ Od. 10.238; οὗ καθεῖρξʼ ἡμᾶς E. Ba. l.c.; τὸν πατέρα . . ἔνδον καθείρξας Ar. V. 70, cf. Cratin. 72, Lys. Fr. 75.4, Pl. Tht. 197e; κηρίνοις πλάσμασι κ. ib. 200c; ἐν τῷ σταυρώματι X. HG 3.2.3; ἐν οἰκίσκῳ D. 18.97.
      • 2 rarely of things, καθεῖρξαι χρυσὸν ἐν δόμοις Anan. 3; τὴν σελήνην . . ἐς λοφεῖον Ar. Nu. 751; τὴν μακρολογίαν κ. confine it within bounds, Pl. Grg. 461d.

Saved

Recent