καθεῖσα
καθεῖσα,
- v. καθίζω:—but καθεῖσαν 3 pl. aor. 2 of καθίημι.
καθεῖσα, v. *καθέω.
καθεῖσα, (εἷσα), ich setzte nieder, ließ sich niedersetzen ; ansiedeln, wohnen lassen ; τὸν μὲν ἔπειτα καθεῖσεν ἐπʼ ἠϊόεντι Σκαμάνδρῳ Il. 5.36 ; τινὰ ἐπὶ θρόνου 18.389 ; σκοπὸν καθεῖσε, einen Späher, Od. 4.524 ; ἀνδριάντι, ὃν Κρῆτες τέγεϊ Παρνασίῳ κάθεσσαν Pind. P. 5.42. – Med. καθέσσατο Anacr. 10 (VI.143). – Vgl. καθέζομαι u. καθίζω.
καθεῖσα (εἷσα): cause or bid to sit down, Il. 18.389; set, place, establish, Od. 4.524, Il. 14.204.