καθυπηρετέομαι
καθυπηρετέομαι, assist
καθυπηρετέομαι,
- assist, τῇ ἀποκρίσει Sor. 1.25; τῷ τάχει . . καθυπηρετούμενας χεῖρας keeping up with . ., Sch. Pl. Phdr. 244b.