καθυπέρτατος
καθυπέρτατος, highest
καθ·υπέρτατος, ion. κατυπέρτατος, η, ον [ᾰᾰ] sup. de καθυπέρτερος, Hdt. 4, 199.
καθυπέρτατος, η, ον
sup. adj from καθύπερθε
- highest, ἐν τῇ κατυπερτάτῃ τῆς γῆς Hdt.