καθυπνής Save LSJ Bailly 2024 Pape καθυπν-ής, ές, = κάθυπνος, Nic. Al. 434. καθ·υπνής, ής, ές, c. κάθυπνος, Nic. Al. 434. καθυπνής, ές, = κάθυπνος, Nic. Al. 433.