καινοπρέπεια
καινοπρέπεια, novelty
καινο-πρέπεια, ἡ,
- novelty, τοῦ σχήματος Eust. 93.31.
καινοπρέπεια, ἡ, das Aussehen von etwas Neuem, ἡ κ. τοῦ σχήματος, neue Gestaltung, Eust.
καινοπρέπεια, novelty