καινοπραγία
καινοπραγία, innovation
καινο-πρᾱγία, ἡ,
- innovation, f. l. for κοινοπραγία in D.S. 15.8.
καινο·πραγία, ας (ἡ) [ᾱγ]
1 innovation, DS. 15, 8 ||
2 en mauv. part, intrigue, Pol. 9, 22, 5.
Étym. κ. πράσσω.
καινοπραγία, [ρᾱ], ἡ, = καινοποιΐα, Sp.