κακοθεραπεία
κακοθεραπεία, bad treatment
κᾰκο-θερᾰπεία, Ion. κᾰκοθεραπείη, ἡ,
- bad treatment, Hp. Aff. 20, 22.
κακο·θεραπεία, ας (ἡ) [ᾰρᾰ] guérison incomplète, Hpc. 521, 34 ; 522, 24.
Étym. κ. θεραπεύω.
κακοθεραπεία, ἡ, schlechte Heilung, Hippocr.