κακοκέλαδος
κᾰκο-κέλᾰδος, ον,
- gloss on δυσκέλαδος, Procl.ad Hes. Op. 196.
κακο·κέλαδος, ος, ον [ᾰᾰ] c. δυσκέλαδος, Procl. Hes. O. 196.
κακοκέλαδος, Erkl. von δυσκέλαδος, Procl. zu Hes. O. 194.