κακοκλεής
κακοκλεής, ill-famed
κᾰκο-κλεής, ές, (κλέος)
- ill-famed, Tryph. 127.
κακο·κλεής, ής, ές [ᾰ] mal famé, infâme, Tryph. 125.
Étym. κ. κλέος.
κακοκλεής, ές, von schlechtem Rufe, αἶσχος, Tryph. 125.