κακοθημοσύνη
κακοθημοσύνη, disorderliness
κᾰκο-θημοσύνη, ἡ,
- disorderliness, Hes. Op. 472.
κακοθημοσύνη, ης (ἡ) [ᾰ] désordre, trouble, Hés. O. 470.
Étym. *κακοθήμων de κακός, τίθημι ; cf. εὐθημοσύνη.
κακοθημοσύνη, ἡ, Unordentlichkeit, Ggstz εὐθημοσύνη, Hes. O. 474.
κακοθημοσύνη
κᾰκο-θημοσύνη, ἡ,
τίθημι
- disorderliness, Hes.