κακόκριτος Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰκό-κρῐτος, ον, = δύσκριτος, Gal. 17(2).575, al. κακό·κριτος, ος, ον [ᾰῐ] c. δύσκριτος, Gal. κακόκριτος, = δύσκριτος, Galen.