κανηφορία
κανηφορία, office of κανηφόρος
κᾰνηφορ-ία, ἡ,
- office of κανηφόρος, Pl. Hipparch. 229c.
κανηφορία, ας (ἡ) [κᾰ] action de porter (sur sa tête) les corbeilles sacrées, Plat. Hipparch. 229c.
Étym. κανηφόρος.
κανηφορία, ἡ, das Korbtragen, Plat. Hipparch. 229c.
κανηφορία
κᾰνηφορία, ἡ,
- the office of κανηφόρος, Plat. from κᾰνηφόρος