κανητοποιός
κανητοποιός, maker of reed-mats
κᾰνητοποιός, ὁ,
- maker of reed-mats, prob. in Hippon. 116, cf. Poll. 10.184 (καννηνο- cod.).
κανητο·ποιός, οῦ (ὁ) [ᾰ] vannier, Hippon. fr. 116.
Étym. κάνης, ποιέω.