About Report a problem

Menu

κανδοφόρους

κανδοφόρους· μελανειμοῦντας, Hsch. κανδόχα· κήλη (Lacon.), Id.; cf. καναδόκα. κανδύλη,
  • v. κανδύταλις. κάνδυλος, v. κάνδαυλος.

Saved

Recent