Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κανδηλοσβέστρια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καναστραῖος
κάναστρον
Κάναστρον
καναφόρος
καναχά
Καναχᾶς
καναχέω
καναχή
καναχηδά
καναχηδής
καναχηδόν
καναχήπους
καναχής
καναχίζω
καναχισμός
καναχός
Κανδαῖος
Κανδάκη
κανδαλιστής
κάνδαλοι
Κανδαουία
κάνδαρος
Κάνδασα
κανδαύλας
Κανδαύλης
κάνδαυλος
Κανδάων
κανδῆλα
κανδήλη
κανδηλοσβέστης
κανδηλοσβέστρια
κανδοφόρους
κανδύλη
κάνδυλος
κάνδυς
κανδυτάλη
κανδύταλις
κανδυτάναι
κανδύτανες
κάνδυτος
κάνειον
κάνεον
κάνη
Κάνη
Κάνηθος
κανῆν
κάνης
κανήτιον
κανητοποιός
κανηφορέω
κανηφορία
κανηφορικός
κανηφόρος
κανθάρεος
κανθάρεως
κανθάρεως ἄμπελος
κανθαρίζω
κανθάριον
κανθάριος
κανθαρίς
κανθαρίτης
…
κανδηλοσβέστρια
Save
Pape
κανδηλοσβέστρια
, ἡ, fem. zu κανδηλοσβέστης,
eine Motte
, Tzetz.
zu Lyc
. 84.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}