Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάνδυτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καναχηδής
καναχηδόν
καναχήπους
καναχής
καναχίζω
καναχισμός
καναχός
Κανδαῖος
Κανδάκη
κανδαλιστής
κάνδαλοι
Κανδαουία
κάνδαρος
Κάνδασα
κανδαύλας
Κανδαύλης
κάνδαυλος
Κανδάων
κανδῆλα
κανδήλη
κανδηλοσβέστης
κανδηλοσβέστρια
κανδοφόρους
κανδύλη
κάνδυλος
κάνδυς
κανδυτάλη
κανδύταλις
κανδυτάναι
κανδύτανες
κάνδυτος
κάνειον
κάνεον
κάνη
Κάνη
Κάνηθος
κανῆν
κάνης
κανήτιον
κανητοποιός
κανηφορέω
κανηφορία
κανηφορικός
κανηφόρος
κανθάρεος
κανθάρεως
κανθάρεως ἄμπελος
κανθαρίζω
κανθάριον
κανθάριος
κανθαρίς
κανθαρίτης
κανθαρίτης οἶνος
Κανθαρίων
κανθαροειδής
Κανθαρόλεθρον
κανθαροποιός
κάνθαρος
Κάνθαρος
κανθαρώδης
Κανθαρώλεθρον
…
κάνδυτος
Save
LSJ
κάνδυτος, v. κάνδαυλος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}