Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καπνιαῖος
καπνιαῖος, smoky
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καπηλίς
καπηλογείτων
καπηλοδύτης
κάπηλος
καπηλοτριβέω
καπήλτια
Καπηνάτης
καπητόν
κἀπί
κάπια
καπίθη
καπίστριον
Καπίται
Καπιτώλιον
Καπιτώλιος
Καπιτωλίς
Καπίτων
Καπίων
καπναύγης
καπνεῖον
κάπνειος
καπνείω
καπνέλαιον
κάπνεος
κάπνεος ἄμπελος
κάπνεως ἄμπελος
κάπνη
καπνηλός
καπνηρός
καπνία
καπνιαῖος
καπνίας
καπνιάς
καπνιάω
καπνίζω
καπνικός
καπνίον
κάπνιος
κάπνισις
κάπνισμα
καπνιστέον
καπνιστήριον
καπνιστικός
καπνιστός
καπνίτης
καπνίτης λίθος
καπνοβάτης
καπνοβότης
καπνογόργιον
καπνοδόκη
καπνοδοχεῖον
καπνοδόχη
καπνοδόχος
καπνοειδής
καπνοειδῶς
καπνοκορτυάζομαι
καπνόμαντις
καπνόομαι
καπνοόν
καπνοπάτης
καπνοποιός
…
καπνιαῖος
Save
καπνιαῖος, smoky
LSJ
καπν-ιαῖος
λίθος
smoky
quartz,
PHolm.
10.9, cf. 4.6.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}