καρτεροψυχία
καρτεροψυχία, strength of spirit
καρτερο-ψῡχία, ἡ,
- strength of spirit, LXX 4 Ma. 9.26.
καρτεροψυχία, ας (ἡ) [ῡ] courage résolu, fermeté d’âme, Spt. 4 Macc. 9, 26.
Étym. καρτερόψυχος.
καρτεροψυχία, [ῡ], ἡ, tapferer Mut, Sp.