Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καρτερός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρταλάμιον
καρτάλαμον
κάρταλλος
κάρταλος
καρτέον
καρτεραίχμας
καρτεραίχμης
καρτεραύχην
καρτερέω
καρτέρημα
καρτέρησις
καρτερία
Καρτέρια
καρτεριάζομαι
καρτεριάζω
καρτερικός
καρτερικῶς
Καρτέριος
καρτεροβρέντας
καρτεροβρόντης
καρτερογούνασιν
καρτεροδόντης
καρτερόεις
καρτερόθυμος
καρτεροκάρδιος
καρτερόμητις
καρτεροπληγής
καρτεροπλήξ
καρτερόπονος
καρτερός
Καρτερός
καρτερότης
καρτερούντως
καρτερόφρων
καρτερόχειρ
καρτεροψυχία
καρτερόψυχος
καρτερόω
καρτερύνω
καρτερῶνυξ
καρτερώνυχος
καρτερῶς
κάρτη
Καρτηία
κάρτιστος
καρτομιστής
κάρτον
καρτόν
καρτός
κάρτος
κάρτρα
καρτύνω
κάρτων
καρύα
Καρύαι
Κάρυαι
Καρύανδα
Καρυανδεύς
καρυάριον
Καρυάτεια
Καρυάτιδες
…
Καρτερός
Save
Bailly 2024
Καρτερός,
οῦ
(
ὁ
) Kartéros,
h.
Anth.
8, 142
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}