Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάρτη
κάρτη, garment
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καρτέρια
καρτεριάζομαι
καρτεριάζω
καρτερικός
καρτερικῶς
Καρτέριος
καρτεροβρέντας
καρτεροβρόντης
καρτερογούνασιν
καρτεροδόντης
καρτερόεις
καρτερόθυμος
καρτεροκάρδιος
καρτερόμητις
καρτεροπληγής
καρτεροπλήξ
καρτερόπονος
καρτερός
Καρτερός
καρτερότης
καρτερούντως
καρτερόφρων
καρτερόχειρ
καρτεροψυχία
καρτερόψυχος
καρτερόω
καρτερύνω
καρτερῶνυξ
καρτερώνυχος
καρτερῶς
κάρτη
Καρτηία
κάρτιστος
καρτομιστής
κάρτον
καρτόν
καρτός
κάρτος
κάρτρα
καρτύνω
κάρτων
καρύα
Καρύαι
Κάρυαι
Καρύανδα
Καρυανδεύς
καρυάριον
Καρυάτεια
Καρυάτιδες
καρυατίζω
Καρυατίζω
Καρυᾶτις
καρύδιον
κάρυδοι
καρυδόω
καρύδωσις
καρυερία
καρυηδόν
καρύημα
καρυήματα
καρυηνόν
…
κάρτη
Save
κάρτη, garment
LSJ
κάρτη, ἡ,
a kind of
garment,
Juba Hist.85.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}