κατερευνάω
κατερευνάω, lay bare, uncover
κατερευνάω,
- lay bare, uncover, τὸν Ἡσαῦ LXX Je. 29(49).10 (-εραυν-, v.l. κατέσυρα; κατερευνᾷ, = dīrīmat, Gloss.